charitosm Μάρκος Χαρίτος

theory, fine arts, decoration, cinema, poetry, history

Η δυναμική μιας έλλειψης ή Το αβέβαιο μέλλον της δημοκρατικής παράταξης. Από τον Βενιζελισμό στην Ένωση Κέντρου και από το Πασοκ στον Συριζα.

(Το κείμενο αυτό στην πρώτη του μορφή γράφτηκε στο 2012 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο charitosm.wordpress.com, σε μία τελική γραφή δημοσιεύτηκε στις φιλόξενες σελίδες του περιοδικού ΤΕΤΡΑΔΙΑ τεύχος 74-75, Χειμώνας 2019 – Άνοιξη 2020)

Η ψήφιση του δεύτερου μνημονίου (12/02/2012) μπορεί να θεωρηθεί ως το σημείο έναρξης των διαδικασιών ρευστοποίησης του πολιτικού σκηνικού της μεταπολίτευσης.

Διαδικασίες ανολοκλήρωτες, αν και στις εκλογές της 7/7/2019 φάνηκε πως αναδύεται το πρόπλασμα ενός “νέου” δικομματισμού.

Θα λάβει όμως μόνιμα χαρακτηριστικά η εκλογική μετακίνηση των κοινωνικών στρωμάτων που στην διάρκεια της Μεταπολίτευσης ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ;

Το πλέον ευμετάβλητο στοιχείο του πολιτικού σκηνικού τον 20ο και πλέον και τον 21ο αιώνα αντιστοιχεί στον κοινωνικό χώρο που πρωτοεκφράστηκε πολιτικά μέσα από τον Βενιζελισμό, στην συνέχεια από τα διάφορα Βενιζελικά κόμματα, μετά από την Ένωση Κέντρου και στην μεταπολίτευση από το ΠΑΣΟΚ.

Χρονικές περίοδοι που καταγράφουν το ευμετάβλητο του συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου και τις απότομες στροφές του προς την αριστερά, αποτελούν: η Κατοχή 1941-44 και η προσχώρηση ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων στο ΕΑΜ,  η βραχύβια ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση στις εκλογές του 1958 και πρόσφατα η μαζική μετακίνηση πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η συγκεκριμένη εκλογική μετατόπιση δεν αποτελεί δείγμα δυναμισμού, ο συγκεκριμένος κοινωνικός χώρος εμφανίζει συμπτώματα αποσάθρωσης και οργανωτική στειρότητα, δεν εμφανίζονται νεοφυείς πολιτικές ή συνδικαλιστικές κινήσεις που θα απαντούσαν στην πραγματικότητα μετά την κρίση, ούτε τάσεις οργανωτικής προσέγγισης του ΣΥΡΙΖΑ σε αντιστοιχία με τα εκλογικά μεγέθη.

Πολύς λόγος γίνεται για την πιθανή σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σε προηγούμενο ιστορικό κύκλο προηγήθηκε η σοσιαδημοκρατικοποίηση του ΠΑΣΟΚ, διαδικασία που όμως αντιστοιχεί στις διαδοχικές φάσεις παρακμής του ως κινηματικού πολιτικού φορέα.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά στην κατηγοριοποίηση της πολιτική εκπροσώπησης του συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου αλλά στην ανίχνευση των ορίων, της δυναμικής αλλά και των πραγματικών απαιτήσεων του από τον φορέα πολιτικής του εκπροσώπησης.

Η πολιτική αυτή δυσανεξία εκφράζει βαθύτερα αίτια. Η αδυναμία κινητοποίησης των προαναφερθέντων κοινωνικών στρωμάτων πρέπει να συνδυαστεί με την η απουσία εθνικού σχεδίου και ηγετικού κέντρου γύρω από τα οποία θα μπορούσε να συσπειρωθεί και να εκφρασθεί το ελληνικό έθνος, σε δημοκρατική κατεύθυνση.

Η διπλή αυτή έλλειψη αφήνει αλώβητη την τελματική σύνταξη συμφερόντων, οδηγώντας τελικά σε λύσεις που αποσυνθέτουν την κοινωνία σε ένα πλήθος αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, ομαδικού ή ατομικού χαρακτήρα και καταλήγει στον εγκλωβισμό σε σχήματα συντηρητικά και αντιδημοκρατικά που προσφέρονται να καλύψουν το κενό προβάλλοντας “αποτελεσματικές λύσεις”.

Η χρήση του όρου δημοκρατία δεν αφορά στην ύπαρξη τυπικών πολιτικών και νομικών δικαιωμάτων, η άσκηση των οποίων δεν διασφαλίζεται (λογίζονται μεν ως δικαιώματα, ασκούνται όμως ως προσωρινού χαρακτήρα προνόμια, μονομερώς ανακαλούμενα), αλλά στην δυναμική εκείνη κατάσταση κατά την οποία οι δυνάμεις του Δήμου συμμαχούν και αγωνίζονται για να επιτύχουν – και για όσο πετυχαίνουν – την αύξηση του μεριδίου συμμετοχής στην κατανομή της εξουσίας, στην διανομή των διαθεσίμων οικονομικών πόρων και στην διαμόρφωση των στρατηγικών επιλογών.

Ένα ερμηνευτικό σχήμα

Τα αίτια που μας οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση δεν είναι συγκυριακά ή τυχαία αλλά αφορούν στην δομή και στον τρόπο συγκρότησης του νέου ελληνικού κράτους και του κοινωνικού σχηματισμού που διαμορφώθηκε στα όρια του. Χρειάζεται λοιπόν ένα ερμηνευτικό σχήμα που να αξιολογεί και να ερμηνεύει την πορεία των τελευταίων 200 χρόνων μετρώντας από το 1821.

Τα 200 αυτά χρόνια μπορούν να χωρισθούν σε δύο περιόδους, η πρώτη από το 1821 μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και η δεύτερη, από την έναρξη του Α΄ Πάγκ. Πολέμου μέχρι σήμερα.

Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από την οικονομική και δημογραφική ανάκαμψη των ελληνικών πληθυσμών, και την ανάπτυξη ενός παροικιακού ελληνικού αστισμού στα μεγάλα αστικά κέντρα τριών αυτοκρατοριών, της οθωμανικής, της αυστροουγγρικής και της ρώσικης, η οποίες αποτελώντας ένα γεωγραφικό συνεχές (Μεσευρώπη) λειτουργούσαν ως ενιαίος οικονομικός χώρος, παράλληλα δεν ήταν μικρότερης σημασίας ο διάλογος με τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις της εποχής, κυρίως δε την Μ. Βρετανία και την Γαλλία. Ο παροικιακός αστισμός επέδειξε δυναμισμό σε σχέση με την καχεκτική ανάπτυξη των αστικών δομών, στην τότε μικρή Ελλάδα, διέθετε σημαντικό βάρος στις εντός του κράτους εξελίξεις – ιδιαίτερα στις οικονομικές, αλλά και στον διεθνή προσανατολισμό της χώρας, χωρίς όμως να λειτουργεί ως παράγων εθνικής ενότητας.

Η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τον χρυσό αιώνα της Βρετανικής αυτοκρατορίας (1815-1914), σε ένα διεθνές περιβάλλον σχετικής σταθερότητας, ενώ σε σύγκριση με την περίοδο μετά το 1914 απουσιάζει ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό που έμελλε να εμφανιστεί τον 20ο αιώνα, δηλαδή η αμοιβαία απονομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών των αντιπάλων μπλοκ. Στα χρόνια αυτά λαμβάνει χώρα η πλήρης ακμή του Αστικού πολιτισμού της Δύσης, ενώ προεξάρχουν οι κοινωνικές και εθνικές επαναστάσεις και σε μικρότερο βαθμό οι πόλεμοι μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.

Για την Ελλάδα ο επίτευγμα αυτής της περιόδου είναι η οικοδόμηση ενός βιώσιμου κράτους, που όμως δεν συνέπεσε με την εμφάνιση μιας ρωμαλέας αστικής τάξης στον Ελλαδικό χώρο, παρά μόνον σε θνησιγενείς θύλακες ή πιο ευρέως με την μίμηση αστικών φαινοτύπων.

α. Το μέγεθος της πραγματικής επιρροής των «αστικών δυνάμεων» του έθνους μπορεί να υπερεκτιμηθεί λόγω της ιδιαιτερότητας του εθνικού σχεδίου της εποχής (της Μεγάλης Ιδέας) που δεν απαιτούσε ρήξεις εντός του έθνους, καθότι η ανάκτηση και η ενοποίηση του εθνικού χώρου μπορούσε να ερμηνευθεί κατά το δοκούν: είτε απ’ αυτούς που επιθυμούσαν μια βυζαντινή επανίδρυση, ως το επόμενο βήμα μιας ελληνοοθωμανικής προσέγγισης (παραβλέποντας τον ανερχόμενο τουρκικό εθνικισμό), είτε απ’ αυτούς που επιθυμούσαν ένα ελληνικό κράτος, άξιο να συμβαδίσει με την τότε ακμάζουσα Δύση.

Παρά τις αντιθέσεις τους, οι οπαδοί του ελληνοοθωμανικού ιδεώδους και οι εθνοκεντριστές, μπόρεσαν πρακτικά να συμπέσουν το 1912-13 ενώ διχάστηκαν δραματικά όταν αντιμετώπισαν τα διλήμματα που έθετε ο επερχόμενος Α΄ Παγκ. Πόλεμος.

β. Όμως δεν προέκυψε ούτε σε αυτή ούτε στην επόμενη ιστορική περίοδο υπέρβαση της καχεκτικής αστικής πολιτικής και οικονομικής τάξης πραγμάτων, ενώ τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προεξάρχοντα στρώματα δεν εμφανίζουν παρά τις διαρκείς μεταλλάξεις τα χαρακτηριστικά και τον δυναμισμό μιας πραγματικά κυρίαρχης άρχουσας τάξης.

Όποια και αν είναι η ερμηνεία αυτής της έλλειψης δύσκολα κανείς διαφωνεί με το γεγονός η εξομοίωση με την αστική και καπιταλιστική Δύση παραμένει άπιαστο όνειρο.

Ούτε όμως αναδείχθηκε κάποιος παράγοντας ικανός να ηγηθεί μίας «ισοδύναμης εξέλιξης» κατά τα Δυτικά πρότυπα, όπως πχ ένας ισχυρός πολιτειακός θεσμός που θα προσέφερε την καθοδήγηση και την πειθαρχία που απαιτεί η συγκρότηση ισχυρού κράτους και οικονομίας, (όπως την ίδια περίοδο συνέβη στην Ιαπωνία).

Το ποιο κοντινό φαινόμενο, που στα ελληνικά δεδομένα λειτουργεί ως ρεύμα υπέρβασης των ελλείψεων από την απουσία αστικής τάξης πραγμάτων, είναι ο Βενιζελισμός και οι μεταλλάξεις του.

Η δεύτερη περίοδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η εκατονταετία των καταστροφών – παρά το ορμητικό ξεκίνημα στην περίοδο 1916-1920. Τα ιστορικά δεδομένα πιστοποιούν: αντιστροφή της δημογραφικής αύξησης με περισσότερο ή λιγότερο βίαιους τρόπους, εθνικό διχασμό και συνθήκες ψυχρής ή θερμής εμφύλιας διαμάχης για περίπου 60 χρόνια (1915 έως 1974), εθνικές καταστροφές: μικρασιατική-ποντιακή 1922-23, εμφύλιος 1943-49, Κωνσταντινούπολη 1942-1955-1964, Κύπρος 1974, διάλυση του ιστού των παροικιών που ακολούθησε την κατάλυση των 3 αυτοκρατοριών όσο και του ενιαίου οικονομικού χώρου στην περίοδο από το 1914 μέχρι το 1956, (η φιλική προς την Αίγυπτο στάση της Ελλάδος στην κρίση του Σουέζ δεν απέτρεψε την εξάλειψη της Ελληνικής παροικίας).

Το “ανεξάρτητο” Κυπριακό κράτος δεν αποτελεί επιτυχία, καθότι οι συστατικές πράξεις ίδρυσής του ενσωμάτωναν τις προϋποθέσεις για την καταστροφή του 1974. Άλλωστε καμία σχέση δεν έχει η προαναγγελθείσα Ένωση, με ένα κράτος που εκτός από την παρουσία των κυρίαρχων αγγλικών βάσεων, παραμένει διχοτομημένο για τα 44 από τα συνολικά 59 χρόνια της ύπαρξης του.

Το θετικό επίτευγμα της περιόδου είναι η ανάπτυξη νέων ελληνικών παροικιών στον Νέο Κόσμο και την Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία, περιοχές που βρίσκονται σε τεράστια απόσταση από την Εθνική εστία και τον παραδοσιακό χώρο κίνησης των ελληνικών πληθυσμών. (Οι νέες παροικίες δεν εντάσσονται στα πλαίσια κάποιου εθνικού σχεδιασμού, πράγμα δύσκολο, όταν η Ελλάδα αδυνατεί, να εκφράσει την αναγκαία μεσογειακή πολιτική.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η συγκρότηση διεθνών μπλοκ με αντίθετα σε σημείο αλληλοεξόντωσης συμφέροντα. Αρχικά η διαίρεση σε δύο μπλοκ, Κεντρικές δυνάμεις – Αγγλογαλλική συνεννόηση και κατόπιν Ανατολικό – Δυτικό μπλοκ. (Στον σημερινό πολυπολικό κόσμο η Δύση παροξύνει ανιστόρητα την αντιπαράθεση με τον Ισλαμικό κόσμο, ενώ η μέχρι χθες αποδεκτή εξάπλωση της Κίνας μετατρέπεται σε πρόβλημα).

Το ορόσημο του 1914 σηματοδοτεί την έναρξη της αποδόμησης του ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού. Η Ευρώπη και ευρύτερα η Δύση βρίσκεται σε πορεία παρακμής ή το λιγότερο ανάσχεσης την πρωτοκαθεδρίας που είχε κατακτήσει σταδιακά από το 1500 μέχρι την εποχή μας

Παρ’ όλα αυτά μία ιδεοληψία ταλανίζει το Ελληνικό έθνος και αποτελεί το μοναδικό υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής. Η εμμονή αυτή αφορά σε μια σωτηριολογική ταύτιση με την Δύση. Ταύτιση – που ενίοτε καταλήγει σε απώθηση – η οποία βασίζεται πάνω σε μια ιδεοληπτική πρόσληψη της Δύσης, δημιουργώντας ένα κοσμοείδωλο, χωρίς επίκαιρη ανά εποχή αποτίμηση, που δρα ευνουχιστικά για την ελληνική ψυχολογία.

Στον αντίποδα ο σωτηριολογικός φιλοσοβιετισμός της κομμουνιστικής αριστεράς δεν μπόρεσε να εκτιμήσει τον ιδιότυπο πανσλαυϊκό χαρακτήρα του σοβιετικού κράτους και την αντίδρομη πορεία του με την συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους στον 20ο αιώνα, επιπροσθέτως την ίδια περίοδο η σοβιετική πολιτική αντιμετώπισης των εθνικών μειονοτήτων λειτούργησε αρνητικά για την μακραίωνη παρουσία ελληνικών πληθυσμών στην σοβιετική επικράτεια. Αν και υπάρχουν στοιχεία συνέχειας η παραδοσιακή μυθολογία περί “ξανθού γένους” είχε – τουλάχιστον μέχρι την άνδρωση του πανσλαυισμού – πολύ πιο στέρεα βάση εν τοις πράγμασι.

Οι πολιτικές ελίτ και ο ρόλος του Βενιζελικού ρεύματος

Είναι γενικά αποδεκτό το κολοσσιαίο μέγεθος της ευθύνης των ελληνικών ολιγαρχικών ελίτ για την ακραία επιδείνωση της κρίσης του 2009 που ευνοήθηκε από την παντελή απουσία, όχι μόνον εθνικού σχεδίου αλλά έστω απλής επίγνωσης της διεθνούς θέσης του ελληνικού κράτους, πράγμα που ήταν ήδη φανερό από την δεκαετία του 1950, αν όχι από τον μεσοπόλεμο.

Το νέο ελληνικό κράτος ιδρύθηκε όταν η Δύση θριάμβευε έναντι της Ανατολής και η Μεσευρώπη ήταν μοιρασμένη σε 3 αυτοκρατορίες, σήμερα η ανασύνταξη και η ισχυροποίηση της Ανατολής ασκεί εκ των πραγμάτων τεράστια πίεση πάνω στο ελληνικό κράτος, ενώ η Μεσευρώπη υφίσταται διαρκείς αναπροσδιορισμούς από τα Βαλκάνια μέχρι την Βαλτική.

Κρίσιμο στοιχείο της δεύτερης περιόδου είναι η πορεία του Βενιζελικού πολιτικού ρεύματος, που χαρακτηρίζεται από φάσεις άλλοτε έντονης παρουσίας και άλλοτε έκλειψης. Η κοινωνική δυναμική του υποκείμενου κοινωνικού χώρου οφείλεται στην έλλειψη ολοκληρωμένων αστικών δομών και στην παρουσία μια ακατάβλητης παραδοσιοκρατίας που μπλοκάρει κάθε προσπάθεια κοινωνικής ανασύνταξης για την αντιμετώπιση ευκαιριών ή κρίσεων.

Η έλλειψη αυτή συνειδητοποιείται με σφοδρότητα από κοινωνικά στρώματα που ιστορικά δεν στάθηκαν ικανά να παίξουν τον ρόλο ή να διαθέτουν την ισχύ για να επιτύχουν την συγκρότηση μιας αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας και οικονομίας, σπάζοντας τις παραδοσιοκρατικές δομές τις ελληνικής κοινωνίας.

Παρά την αδυναμία τους, τα στρώματα αυτά μπόρεσαν να συγκροτήσουν στις αρχές του 20ου αιώνα το ιδιότυπο πολυσυλλεκτικό πολιτικό ρεύμα του Βενιζελισμού.

Η αποτίμηση της πορείας του πολιτικού αυτού ρεύματος είναι απολύτως αναγκαία, για την διατύπωση κάθε μελλοντικού σχεδιασμού.

Σε κοινωνίες όπου η ανάπτυξη αστικών/καπιταλιστικών προϋποθέσεων ήταν υποτονική ή ανύπαρκτη, η ανάγκη αντίστασης απέναντι στον δυναμισμό και στην διαπεραστικότητα της Δύσης αντιμετωπίσθηκε με εργαλείο το κράτος που ανέλαβε τον ρόλο του κοινωνικού, τεχνολογικού και οικονομικού εκσυγχρονιστή υπό την καθοδήγηση παραγόντων όπως η μοναρχία, ο αυτοκράτορας, ένα κόμμα κ.α.

Μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά διαπιστωμένη η αδυναμία του Ελληνικού Έθνους, αδυναμία που έχει βαθύτατες ιστορικές ρίζες, να αναδείξει τους παράγοντες εκείνους που θα επιτύχουν την συγκρότηση ισχυρού και λειτουργικού κράτους.

Το πρόβλημα αφορά στην σύνταξη και στην φαντασιακή συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με το θεμελιακής σημασίας πεδίο της ισχύος, με την έννοια ότι η δημιουργία και η λειτουργία κράτους αποτελούν έκφραση θέλησης και επιθυμία ισχύος ενός υποκειμένου, που μπορεί να είναι τάξη, πολιτειακός θεσμός, κόμμα ή ακόμη και πρόσωπο. Κάτω απ΄ αυτό το πρίσμα το ελληνικό έθνος στην νεότερη περίοδο εμφανίζει παθολογική ατροφία σε θέματα ισχύος άρα και συγκρότησης αυτεξούσιας πολιτειακής έκφρασης.

Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε, πως με την βοήθεια: φλογερών διαφωτιστών, του “ετερόχθονος” παροικιακού αστισμού, πηγαίων ηρωικών μορφών, αλλά και με την συνδρομή κάποιων καλών στιγμών της βασιλείας, από τα χρόνιας της επανάστασης μέχρι το 1913, το έθνος αρθρώθηκε έστω και προσωρινά σε σχήματα ισχύος – με αποκορύφωμα τους Βαλκανικούς Πολέμους – και έτσι η ανικανότητα στιγμιαία ξεπεράστηκε, με αποτέλεσμα να συγκροτηθεί ένα βιώσιμο κράτος, κατάφερε να απορροφήσει ακόμη και τους κλυδωνισμούς της Μικρασιατικής καταστροφής.

α. Οι νέες οδυνηρά ρηξικέλευθες συνθήκες στις οποίες έπρεπε να κινηθεί το ελληνικό έθνος από το 1914 και εντεύθεν ουδέποτε αφομοιώθηκαν διανοητικά και συναισθηματικά έτσι ώστε να αποτελέσουν τις προκείμενες μιας νέας εθνικής στρατηγικής. Αν και κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου υπήρξαν φωνές που προσπάθησαν να στοχαστούν συστηματικά πάνω στο αύριο της Ελλάδος, όμως ο συνεχιζόμενος εθνικός διχασμός που έμελε να πάρει νέες διαστάσεις στην δεκαετία του 1940 και οι δραματικές αλλαγές μεταπολεμικά δεν διασφάλισαν συνθήκες παραγωγικού εθνικού διαλόγου. Το μόνο που εμπεδώθηκε είναι μία προσήλωση στο δόγμα “ανήκομεν εις την Δύσιν”

β. Η μεταπολεμική -εντός του ΝΑΤΟ – παραλλαγή του δόγματος, κατέστησε συμβατό τον φιλογερμανισμό ευρέων τμημάτων της ολιγαρχικής ελίτ με την αναγνώριση της επικυριαρχίας των δυνάμεων της θάλασσας, προδρομικά η σύζευξη αυτή εκφράστηκε με την μεταμόρφωση του Ιωάννη Μεταξά στην πορεία του από υπήκοος του Κωνσταντίνου Α΄ σε υπήκοο του Γεωργίου Β΄.

Ουδέποτε τα τελευταία 100 χρόνια έχει καθοριστεί, τι πρέπει να διαφυλαχθεί, τι πρέπει να αλλάξει και προς τα που πρέπει να εκφρασθεί, η δημιουργικότητα ενός δραστήριου πλην όμως σε θέματα κρατικής συγκρότησης αυτοκαταστροφικού έθνους.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να γίνει κατανοητό ποιες δυνάμεις και ποιες αδυναμίες εκφράστηκαν μέσα από την ιστορική διαδρομή του Βενιζελικού ρεύματος, και πως ένα φαινόμενο που εμφανίσθηκε λίγο πριν εκλείψει ο κόσμος του 19ου αιώνα, συνεχίζει ακόμη να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα. Ταυτόχρονα η ιστορική αμεριμνησία του συγκεκριμένου κοινωνικού και πολιτικού χώρου δεν έχει ταίρι, ιδιαίτερα όταν απέναντί του στέκουν μία διαρκώς ιστοριογραφούσα αριστερά και η διαρκώς καταφεύγουσα στις παραμυθίες παραδοσιοκρατική δεξιά.

Τα κόμματα που εκφράζουν τον Βενιζελικό χώρο επιχειρούν κατά καιρούς να παίξουν τον ρόλο του αστικού εκσυγχρονιστή και αποτυγχάνουν για δύο λόγους: γιατί τα στρώματα που εκπροσωπούν μόνον μερικώς μπορούν να ταυτιστούν με τέτοιες πολιτικές, ενώ δεν διαθέτουν ούτε την ιδεολογία ούτε τις οργανωτικές δομές για ένα τέτοιο εγχείρημα. Τα προηγούμενα επιτείνονται λόγω της πολυσυλλεκτικής φύσης των κομμάτων που καλούνται να καλύψουν τον ασπόνδυλο κοινωνικό χώρο που αντιστοιχεί στα Βενιζελικά κόμματα.

Τα κόμματα της αριστεράς έχουν δομηθεί πάνω στην παραδοχή ότι η σχεδόν ανύπαρκτη αστική τάξη και ο σαθρός ελληνικός καπιταλισμός είναι το πρόβλημα.

Η δεξιά παράταξη (που αυθεντικά εκφράζει τα επικυρίαρχα στρώματα και την ιδεολογία τους), αισθάνεται άνετα με την ατροφία των αστικών δομών, και δεν χάνει ευκαιρία να επωφελείται απ’ αυτήν, για να διατηρούν, τα στρώματα που εκφράζει, την θέση τους στην κορυφή της κοινωνικής και οικονομικής πυραμίδας.

Η διαδρομή της Ελλάδος μετά το 1909

Το 1909 η ελληνική κοινωνία στην προσπάθεια να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της (ύστερα από το σοκ του 1897) αγκαλιάζει ένα σχεδόν οπερετικό πραξικόπημα, παρά την ανατριχίλα που στιγμιαία διαπερνά την σπονδυλική στήλη του πολιτειακού, πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου γρήγορα τα πράγματα μοιάζουν να επανέρχονται στην πεπατημένη, όταν λίγο πριν το βαρετό happy end προσκαλείται στην Ελλάδα ένας πολιτικός από την Κρήτη που δεν ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του Βασιλείου της Ελλάδος, ήταν σχέδιο; ήταν στιγμιαία έμπνευση; το σίγουρο είναι ότι μέσα από τομές και συμβιβασμούς φθάσαμε ταχύτατα στο επίτευγμα του 1912-13. Η οργανωτική, διπλωματική και δια του πολιτικού ελέγχου στρατιωτική συμβολή του Βενιζέλου είναι αδιαμφισβήτητη, το ίδιο ισχύει και για τις κοινωνικές και πολιτικές τομές που καταφέρνει σε σύντομο χρονικό διάστημα να επιτύχει.

Αν αυτή η εθνική στρατηγική και δυναμική, που κινητοποίησε το σύνολο του έθνους, είχε επαναληφθεί στα χρόνια που ακολούθησαν, με χιλιάδες αν να προηγούνται, ίσως δεν είχε επισυμβεί η Μικρασιατική καταστροφή, και ίσως να είχε ανατραπεί ο γεωπολιτικός συσχετισμός υπέρ της Δύσης με το ελληνικό κράτος να αποκτά δια της ασιατικής επικράτειας και του ελέγχου των Δαρδανελίων ένα ξεχωριστό ρόλο στην ισορροπία Ανατολής – Δυσης. (Γι’ αυτό και το σχέδιο του Βενιζέλου δεν αφορούσε στην κατοχή εκτεταμένων εδαφών στην Μικρά Ασία, όσο στην κατοχή των δύο πλευρών του Αιγαίου και της Ανατολικής Θράκης, δηλαδή του ευρωπαϊκού προγεφυρώματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πράγμα που θα έθετε την ταφόπλακα σε κάθε προσπάθεια νεοοθωμανικής ανάδυσης).

Όμως ένας τόσο οξυδερκής πολιτικός και ειδικά στον χειρισμό διπλωματικών θεμάτων από το χρονικό αυτό σημείο και πέρα πέφτει από το ένα λάθος στο άλλο.

Διαβλέπει ότι οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα βρίσκονταν στην παράταξη των θαλασσίων δυνάμεων, (μάθημα που η ελληνική δεξιά χρειάσθηκε ένα ακόμη παγκόσμιο πόλεμο για να το καταλάβει) του διαφεύγει όμως πλήρως η δυναμική της Ρώσικης επανάστασης και της κομμουνιστικής αριστεράς, έτσι κάνει το λάθος να αποσπάσει την έγκριση για απόβαση στα Μικρασιατικά εδάφη, αφού πρώτα ενέπλεξε την Ελλάδα στην εκτρωματική Ουκρανική Εκστρατεία. (Στην αντίπερα όχθη ο Κεμάλ μπόρεσε να συμβαδίσει, να παραπλανήσει και να εκμεταλλευτεί στο έπακρο το επαναστατικό καθεστώς της Σοβιετικής Ρωσίας).

Με ανύπαρκτα ανταλλάγματα διανοίγει το μονοπάτι της Ελληνοτουρκικής φιλίας σε μία εποχή που η Ελλάδα πολιτικά και στρατιωτικά διατηρούσε πλεονεκτήματα έναντι της Τουρκίας και ακόμη ισορροπούσε πληθυσμιακά.

Χωρεί στα πλέον αντιδημοκρατικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής αριστεράς, μέσα από την οποία εκφράζεται ένα υπολογίσιμο μέρος των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων που αρχίζουν να διαμορφώνουν μια υπολογίσιμη εργατική τάξη. Έτσι δεν αποφεύγει, έναν νέο εθνικό διχασμό, πλάι στον παλιό, Βασιλικοί – Βενιζελικοί, προστίθεται ένα νέο δίπολο «αστικά κόμματα» – αριστερά, ισχυροποιώντας έτσι την παραπαίουσα μετά την μικρασιατική καταστροφή ελληνική δεξιά.

Τέλος, οι βενιζελικές ηγετικές ελίτ φέρουν την ευθύνη για σειρά πραξικοπηματικών ενεργειών μεταξύ 1925-1935, προσπαθώντας να χειρισθούν τα πράγματα με όρους του 1909, του 1916  ή του 1922, ανοίγοντας τον δρόμο για την 4η Αυγούστου, και συμβάλλοντας στην οικοδόμηση του αυταρχικού κράτους που διήρκησε μέχρι το 1974.

Η μεταπολεμική Ελλάδα και η μεταπολίτευση

Η ελληνική κοινωνία της μεταπολίτευσης μόνον έμμεσα δέχθηκε την επιρροή του κινήματος της νεολαίας που ξεπήδησε μέσα από την χούντα, και διέγραψε την δική του τροχιά μέσα από τις συμπληγάδες των παραδοσιακών πολιτικών σχηματισμών που η καταστολή είχε αποδυναμώσει, δεν μπόρεσε όμως να τους υπερβεί μετά την πτώση της χούντας.

Η κοινωνία σαν σύνολο δέχθηκε και αφέθηκε στην καταλυτική επίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου, κάτω από την σκιά του οποίου ιδρύθηκε και ανδρώθηκε το ΠΑΣΟΚ, μίας προσωπικότητας που εξέφρασε ταυτόχρονα την συνέχεια (γιος πρωθυπουργού) άλλα και την εισαγωγή τομών, για τις οποίες η κοινωνία ήταν από καιρό ώριμη.

Διαβατήριο της πολιτικής διαδρομής του ΠΑΣΟΚ η διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, που διεμβόλισε, λόγω του ΕΑΜικού της χαρακτήρα, την αριστερά της μεταπολίτευσης που παρέμενε προσηλωμένη στη μυθολογία της Αντίστασης, ιστορική περίοδος που είχε επικαθορισθεί από το κείμενο ενός απογοητευμένου Βενιζελικού του Δημήτρη Γληνού (Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ) και από το παράδειγμα μιας μετενσάρκωσης των καπεταναίων του 1821, του Άρη Βελουχιώτη.

Το ΕΑΜ, άντλησε την δυναμική του από την αδυναμία του αστικού κόσμου να ηγηθεί της αντίστασης. Οι καθεστωτικές ελίτ της εποχής δεν θα μπορούσαν να αναδείξουν έναν ΝτεΓκώλ, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ένας λαός εν κινδύνω εγκολπώθηκε εν ριπή οφθαλμού μια ηγεσία την οποία πολύ γρήγορα τρύγησε ο θάνατος, όταν πλέον θα εξέλειπε ο θανάσιμος κίνδυνος. Ηγεσία που δεν μπόρεσε να αδράξει την στιγμή μετατρέποντας την αντίσταση σε καθεστώς, ο Άρης δεν ήταν Τίτο και ακόμη λιγότερο ο Σαράφης.

Μετά την λήξη του αυτοκτονικού εμφυλίου η δεξιά καρπώνεται ζηλότυπα την νίκη και πλασάρει ως νέο εθνικό αφήγημα την Ένωση Ελλάδος – Κύπρου, απομεινάρι του κατοχικού συνθήματος περί Μεγάλης Ελλάδας και σε δεύτερη φάση την σύνδεση με την ΕΟΚ.

Έτσι μια Ελλάδα, ξεματωμένη από τον πόλεμο και την κατοχή αφού πρώτα σύρθηκε στον εμφύλιο, αντί να μαζέψει τα κομμάτια της, σπρώχνει ότι περίσσεψε από την σφαγή στην μαζική μετανάστευση[5], την ίδια στιγμή ο αρχηγός της Χ ποζάρει ως αντιμπεριαλιστής ηγέτης που θα ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα, στρεφόμενος ενάντια στους χθεσινούς σωτήρες και χρηματοδότες του, απέναντι στους οποίους παρατάσσει ανύποπτους πολιτικά νέους για την προϊστορία του ή τις πολιτικές του δυνατότητες, το φινάλε αναπόφευκτα γράφτηκε στην Ζυρίχη και στο Λονδίνο.

Η δεκαετία του 1960 είναι στενά συνδεδεμένη με τον Γέρο της Δημοκρατίας, ένας πολιτικός, που υπήρξε θλιβερός θεατής του Δεκέμβρη του 1944, αν όχι όργανο της Βρετανικής προετοιμασίας του. Στα δύσκολα χρόνια του ΄50 – φιλοξενήθηκε λόγω αχαϊκής αβρότητας – στον Συναγερμό, κι όταν επιτέλους ανέλαβε την ηγεσία του Βενιζελικού χώρου, που μετονομάσθηκε σε Ένωση Κέντρου, στην Κύπρο επαναπροωθεί το Γρίβα, για να θέσει τις βάσεις της καταστροφής του 1974, ενώ δεν ξεχνά και την πολιτική καριέρα του γιου του.

Έτσι λίγο πολύ πριν ξεκινήσει η 7χρονή χούντα, έχουμε δει σκηνές από την μεταπολίτευση, ενώ στο ενδιάμεσο χάθηκε το 40% της Κύπρου και έκτοτε χάνονται πακτωλοί εθνικών πόρων σε αμυντικές δαπάνες έχοντας καταφέρει να δώσουμε πλεονέκτημα στην Τουρκία στο μοναδικό γεωστρατηγικό πεδίο που υπερέχει λόγω της εγγύτητας των Τουρκικών εδαφών με την βόρεια Κύπρο, αλλά και λόγω της παρουσίας μιας συμπαγούς ομόγλωσσης ομάδος, τόσο μεγάλης ώστε να δημιουργεί πρόβλημα στο λιλιπούτειο Κυπριακό κράτος, αλλά και τόσο μικρής ώστε να μην διαθέτει την ελάχιστη πολιτική αυτονομία, έναντι του Τουρκικού κράτους.

Η μεταπολίτευση ξεκίνησε μέσα σε κλίμα εθνικής ήττας και καταστροφής, κλίμα που πέρασε στον λαό και επέδρασε στις πολιτικές του επιλογές. Αφού πολιτικά διασφαλίστηκε ότι ο έλεγχος θα βρισκόταν στα στιβαρά χέρια του Εθνάρχη, τα περαιτέρω επηρεάσθηκαν από την κόπωση γενεών που γνώρισαν τα δύσκολα χρόνια του 40 και του 50, που πίσω τους είχαν τις καταστροφές και τους κόπους των δεκαετιών του 20 και του 30, δεν άντεχαν και δεν ήθελαν άλλες περιπέτειες, το γλυκό ψωμί που γεύτηκαν στις δεκαετίες του 60 και του 70 έπρεπε να γίνει γλυκύτερο, η όποια αλλαγή εγκυμονούσαν οι εκλογές τους 1981, έγινε χωρίς την απαιτούμενη ριζοσπαστική κοινωνική δυναμική που θα διασφάλιζε το βάθος των τομών που επιχειρήθηκαν.

Το κίνημα της νεολαίας που ήταν τότε στην πρωτοπορία των κοινωνικών αγώνων δεν κατόρθωσε να ανδρωθεί ιδεολογικά ή οργανωτικά, αντίθετα έχασε την ορμή του υιοθετώντας την ρητορική και εντασσόμενο στους πολιτικούς σχηματισμούς άλλων γενεών, μέσα στους οποίους διχάστηκε ακολουθώντας πορείες προσωπικής ανάδειξης, “κακοποιήθηκε” ηθικά και πολιτικά για να απαντήσει στο δίλημμα ένταξη στους μηχανισμούς και συμβιβασμός ή αντίδραση και πολιτική απενεργοποίηση, έτσι έχασε το στοιχείο της ενότητας στην δράση και οδηγήθηκε τελικά σ’ ένα mini “εμφύλιο” τον χειμώνα το 1979-1980 την ίδια στιγμή που θα πετύχαινε τη μια και μοναδική κινηματική νίκη τις περιόδου 1974-1981 με την απόσυρση του Νόμου Πλαίσιο για την Ανώτατη εκπαίδευση.

Όταν μετά τον Οκτώβρη του 1981 ήρθε η ώρα των αλλαγών πχ οικογενειακό δίκαιο, συνδικαλιστικός νόμος, αύξηση του ρόλου των συνεταιρισμών, νόμος πλαίσιο για την Ανώτατη παιδεία, αυτές οι τομές δεν βρήκαν μέσα στην κοινωνία την ανταπόκριση που θα ερμήνευε την αλλαγή του νομικού πλαισίου ριζοσπαστικά, η κοινωνία αφομοίωσε τις αλλαγές μέσα σε κλίμα όσμωσης των καθεστωτικών ηθών με τα μη προνομιούχα στρώματα.

Ότι ήταν προνόμιο των λίγων και στόχος της κριτικής των πολλών, τώρα έγινε κοινό μυστικό μιας ευρύτατης κοινωνικής συνενοχής, οι πελατειακές σχέσεις θα διάβρωναν κάθε πλευρά του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού βίου.

Οι θεμελιώδεις επιλογές της μεταπολίτευσης ήταν επιλογές φοβικές και μεταχρονολογημένες, η είσοδος στην ΕΟΚ επιβλήθηκε στην συνείδηση του λαού ως διασφάλιση έναντι της απειλής ελληνοτουρκικού πολέμου, ως μέσον εμπέδωσης των δημοκρατικών θεσμών, ως κατά φαντασίαν αντίβαρο στην επιρροή του αμερικάνικου παράγοντα. Οι όροι της συμφωνίας και ο σχεδιασμός της οικονομικής προσαρμογής, ουσιαστικά δεν συζητήθηκαν.

Αν η Ελλάδα είχε εισέλθει νωρίτερα, χωρίς την καθυστέρηση της δικτατορίας, στην ΕΟΚ, ίσως να προλάβαινε να ξεπεράσει το σοκ της εισόδου στο νέο οικονομικό περιβάλλον, λειτουργώντας μέσα στις συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης της δεκαετίας του 1960, όμως ήδη από τις αρχές της δεκαετία του 70 το περιβάλλον είχε αλλάξει.

Όχι μόνο το «σοσιαλιστικό» πείραμα του ΠΑΣΟΚ αλλά και η προηγηθείσα «σοσιαλμανία» του Εθνάρχη ήταν εκτός του κλίματος της νέας εποχής που ξεκίνησε με την απόσυρση των ΗΠΑ από τις συμφωνίες του Bretton Woods, την καθιέρωση των κινητών ισοτιμιών και την απορρύθμιση των οικονομιών.

Η διαχείριση των επιχειρήσεων που κρατικοποιήθηκαν δεν μπόρεσε να βρει στήριγμα στην ανύπαρκτη τεχνογνωσία δημοσίου management, ούτε αντιστοιχία με το νεοφιλελεύθερο δόγμα που αναδυόταν, ταυτόχρονα ο μακρόχρονος παρεμβατισμός του κράτους στον συνδικαλισμό και στους συνεταιρισμούς δεν άφησε κανένα περιθώριο στην επιβίωση ή στην ανάπτυξη κουλτούρας συλλογικής διαχείρισης των παραγωγικών διαδικασιών.

Έχοντας σκιαγράφηση την ιστορική διαδρομή τα αιτήματα και τη δυναμική του κοινωνικού χώρου που εκφράστηκε διαχρονικά μέσα από το Βενιζελικό ρεύμα, και έχοντας σημειώσει τις περιπτώσεις ακαριαίας μετατόπισης του χώρου προς την αριστερά, επανερχόμαστε στο αρχικό ερώτημα: μπορεί η σχέση αυτού του χώρου με τον ΣΥΡΙΖΑ να λάβει μόνιμα χαρακτηριστικά, και αν ναι, αφορά αυτό κάποια σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ;

Από την περιγραφή δεν προκύπτει συνάφεια με τα σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά έτσι όπως αυτά διαμορφώθηκαν στην Δυτική Ευρώπη από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την άνοδο του νεοφιλελευθερισμου.

Αν τα σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά δεν είναι το ζητούμενο και αν το αριστερό προφίλ δεν απεδείχθη ελκυστικό, είτε πριν είτε μετά τον μνημονιακό συμβιβασμό του 2015, τότε ποια μπορεί να είναι η πρόγνωση για το μέλλον της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ  με τους ψηφοφόρους του;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πληροφορίες

This entry was posted on 18 Ιουνίου, 2020 by in πολιτική θεωρία.

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: